Άδραξε τη μέρα του Saul Bellow


Paul_Strand_Rebecca_1922Ένα πρωί ο Τόμυ Ουίλχελμ παίρνει το ασανσέρ από το εικοστό τρίτο πάτωμα του ξενοδοχείου Γκλοριάνα της Νέας Υόρκης, όπου μένει, για να κατεβεί στην τραπεζαρία, όπου θα συναντήσει τον πατέρα του -ένοικο επίσης του ξενοδοχείου- για να πάρουν μαζί πρωινό. Πιο πριν θα σταματήσει στον ημιώροφο για να πάρει την αλληλογραφία του και μια εφημερίδα. Ένα από τα γράμματά του είναι από την πρώην σύζυγό του που τον πιέζει να πληρώσει άμεσα τη διατροφή, ένα άλλο είναι ο λογαριασμός του ξενοδοχείου. Στην εφημερίδα διάβαζει ότι στο χρηματιστήριο το λαρδί έχει πέσει είκοσι μονάδες από πέρσι. Αφού ολοκληρώσει το πρωινό του και την κουβέντα με τον πατέρα του, θα ξεκινήσει για το χρηματιστήριο, όπου, υπό την καθοδήγηση του Τάμκιν, έχει επενδύσει τα τελευταία του χρήματα σε μετοχές λαρδί. Πέφτοντας θύμα του απατεώνα αυτού θα χάσει όλα του τα χρήματα και θα προσφύγει για στήριξη στον πλούσιο πατέρα του. Μάταια όμως. Ο πατέρας του αρνείται να τον βοηθήσει. Λίγο μετά θα τηλεφωνήσει στην πρώην γυναίκα του ζητώντας της να δείξει λίγη κατανόηση και τέλος, απογοητευμένος, θα βρεθεί μέσα σε μια εκκλησία, να θρηνεί απαρηγόρητος στην κηδεία ενός άγνωστου ανθρώπου.

Αυτή είναι η μέρα του Τόμυ Ουίλχελμ που περιγράφεται στο εκπληκτικό μυθιστόρημα “Άδραξε τη μέρα” του Saul Bellow. Είναι μια μέρα της ζωής του που ξεκινάει όπως και οι προηγούμενες, με τη διαφορά ότι από το πρωί της μέρας αυτής ο Τόμυ αισθάνεται φόβο ότι κάτι κακό θα συμβεί.

“Αλλά είχε συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει έτσι για πολύ καιρό ακόμη, και σήμερα ένιωθε φόβο. Ήξερε ότι από στιγμή σε στιγμή θά ‘σπαγε αυτή η ρουτίνα κι ότι μια καταστροφή που προμηνυόταν από καιρό και που ως τώρα έμενε ακαθόριστη αργά ή γρήγορα θα εκδηλωνόταν. Πριν να πέσει το βράδυ θα το μάθαινε.”

Καθώς η μέρα προχωράει, ξεδιπλώνεται μαζί της και ολόκληρη η ζωή του Τόμυ, ενός ευαίσθητου, υπέρμετρα συναισθηματικού και ανασφαλή ανθρώπου, που τα λάθη που έκανε στη ζωή του δεν συγχωρήθηκαν ποτέ από τους άλλους αλλά ούτε και από τον ίδιο του τον εαυτό. Τώρα καλείται διαρκώς να πληρώνει για τα λάθη αυτά και μάλιστα πολύ πιο ακριβά απ’ όσο μπορεί να αντέξει. Δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του γιατί θέλησε να γίνει ηθοποιός, χάλασε τη σχέση του με τον πατέρα του γιατί άλλαξε το όνομά του, έμεινε άνεργος γιατί ένιωσε να θίγεται στην εταιρεία που δούλευε, χώρισε με τη γυναίκα του γιατί αισθάνθηκε ότι πνιγόταν, δεν κατάφερε να κρατήσει μια καινούρια σχέση γιατί δεν είχε πάρει διαζύγιο, έχασε τα τελευταία του χρήματα πέφτοντας θύμα ενός απατεώνα γιατί πίστεψε ότι ήταν καλός άνθρωπος και ότι θα τον προστάτευε.

 Όλη η ζωή του Ουίλχελμ είναι ένα βαρύ φορτίο που κουβαλάει στην πλάτη του και που τον κάνει τελικά να λυγίσει. Αισθάνεται πως το μυαλό του είναι ανίκανο να ανταπεξέρθει σε όλες τις απαιτήσεις της ζωής του. Οι άλλοι γύρω του τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα από αυτόν. Ο κόσμος καταγράφεται μέσα του με έναν τρόπο διαφορετικό, χωρίς έννοιες και επεξηγήσεις, χωρίς νοητικές συνδέσεις. Αυτό που υπάρχει είναι τα συναισθήματα, οι φόβοι, η αγάπη, η ασφάλεια, η αγωνία. Ο Ουίλχελμ δεν έχει τη δύναμη να ανταπεξέρθει στις απαιτήσεις της αφύσικης ζωής του, στον τρελό ρυθμό της μεγαλούπολης, στη διαρκή αναζήτηση του χρήματος, στα αφύσικα μεγέθη, στην διαρκή ανάγκη για γνώση.

“Το πνεύμα, αυτό το παράξενο βάρος της ύπαρξής του, τον βάραινε σαν αρρώστια, σαν φορτίο, σαν καμπούρα. Κάθε φορά που ερχόταν μια στιγμή ηρεμίας, όπου απλά η κούραση τον έκανε να σταματάει τον αγώνα, ένιωθε αυτό το μυστηριώδες βάρος, πως μεγάλωναν ή μαζεύονταν μέσα του ακατανόμαστα πράγματα, που έπρεπε όλη του τη ζωή να τα κουβαλάει. Αυτός θα πρέπει να ‘ναι ο προορισμός του ανθρώπου. Αυτό το μεγαλόσωμο, παράξενο, νευρικό, παχύσαρκο, ξανθό, απότομο άτομο που άκουγε στο όνομα Ουίλχελμ ή Τόμυ ήταν εδώ, παρόν, στο παρόν. Σ’ αυτόν τον Ουίλκυ ή Τόμυ Ουίλχελμ, σαράντα τεσσάρων χρόνων, πατέρα δύο γιων, που προς το παρόν ζούσε στο ξενοδοχείο Γκλοριάνα, είχαν αναθέσει να κουβαλάει ένα φορτίο που ήταν ο εαυτός του, ο χαρακτηριστικός εαυτός του. Αλλά ίσως και να ‘ναι αυτά υπερβολές του υποκειμένου Τ.Ο. Που είναι ένα είδος ονειροπόλου ζώου. Που χρειάζεται να πιστεύει ότι μπορεί να μάθει γιατί υπάρχει. Αν και ποτέ δεν προσπάθησε στα σοβαρά να το μάθει.”

Λυγίζει τελικά στην κηδεία ενός άγνωστου ανθρώπου, βγάζοντας από μέσα του όλα του τα δάκρυα, όλη τη λύπη που συσσωρευόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του και που, με κόπο, προσπαθούσε πάντα ή λύπη αυτή να μη φαίνεται στο πρόσωπό του. Τώρα η λύπη αυτή παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και, για πρώτη του φορά, αφήνεται ολοκληρωτικά σε μια βαθιά και σπαρακτική θλίψη που τον λυτρώνει.

“Ένας άνθρωπος σαν κι εσένα, μια ζωή σεμνός, που θέλει να αισθάνεται και να ζει έχει πρόβλημα, αφού δεν θέλει ν’ ανταλλάξει ένα γραμμάριο ψυχής μ’ ένα κιλό δύναμης στην κοινωνία. Δεν θα μπορούσε ποτέ να τα καταφέρει χωρίς βοήθεια σ’ έναν κόσμο σαν και τούτο δω.”

Φωτο: Paul Strand, Rebecca, 1922

Advertisements
This entry was posted in Readings and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s